Sport

Το μπάνιο με τη διπλή κλειδαριά

O Tάσος Παπαχρήστου είχε άγχος. «Πρέπει να μάθουμε το μετεωρολογικό δελτίο», έλεγε. «Βλέπω ότι συννέφιασε, αλλά δεν μου μυρίζει βροχή». Ο Πύρρος Δήμας ήταν προληπτικός όσο οι περισσότεροι αθλητές. Η βροχή ήταν το γούρι του, όπως και η Παρασκευή. «Αν ξυπνήσουμε αύριο και έχει λιακάδα, γάμησέ τα», έλεγε ο Τάσος. Ο Πύρρος ήταν αδελφικός φίλος…


O Tάσος Παπαχρήστου είχε άγχος. «Πρέπει να μάθουμε το μετεωρολογικό δελτίο», έλεγε. «Βλέπω ότι συννέφιασε, αλλά δεν μου μυρίζει βροχή».

Ο Πύρρος Δήμας ήταν προληπτικός όσο οι περισσότεροι αθλητές. Η βροχή ήταν το γούρι του, όπως και η Παρασκευή. «Αν ξυπνήσουμε αύριο και έχει λιακάδα, γάμησέ τα», έλεγε ο Τάσος.

Ο Πύρρος ήταν αδελφικός φίλος και κουμπάρος του. Τα ατσάλινα μπράτσα του αρσιβαρίστα μπορούσαν να σηκώσουν όλο τον πλανήτη, αλλά ο καλός καιρός τον επηρέαζε ψυχολογικά.

Μερικοί από τους αθλητές της ομάδας-όνειρο του Χρήστου Ιακώβου είχαν ταλαιπωρηθεί πολύ, τις προηγούμενες μέρες. «Ήρθαν υπέρβαροι και κλείνονται 4-5 ώρες στη σάουνα μέχρι να φτάσουν στα σωστά κιλά, ώστε να μην αποκλειστούν».

Ο Πύρρος άντεχε τη σάουνα, ήξερε ότι ήταν αναγκαίο κακό για να ρίξει τις θερμίδες από τα χάμπουργκερ που τόσο του αρέσουν, αλλά φοβόταν τον στεγνό ανοιξιάτικο καιρό της Αυστραλίας. Στο Σίντνεϊ ήταν Οκτώβριος.

Με ξύπνησαν τα μπουμπουνητά της πρωινής καταιγίδας και ο γδούπος από τα χτυπήματα του Τάσου στο λεπτό τοίχωμα που χώριζε τα δωμάτιά μας, στο Δημοσιογραφικό Χωριό των Ολυμπιακών Αγώνων. «Ξύπνα, Νίκο, πάμε για χρυσό».

Έξω έβρεχε και σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης ακούγονταν βρυχηθμοί. Όχι του νεφεληγερέτη Δία, αλλά του ημίθεου Πύρρου.

Μολονότι προερχόταν από χειρουργείο στον δεξιό ώμο και ξεκίνησε τον αγώνα με δύο αποτυχημένες προσπάθειες στο αρασέ, ο Πύρρος Δήμας κατάπιε ζωντανούς τους αντιπάλους του, κάθισε κάτω από τη μπάρα με εκείνη την αφύσικη άνεση και κατέκτησε τρίτο συνεχόμενο χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο: Βαρκελώνη 1992, Ατλάντα 1996, Σίντνεϊ 2000. 

Ο Τάσος Παπαχρήστου βγήκε έξω για να καπνίσει, να του φύγει η πίεση και να αποφύγει τους χειμαρρώδεις πανηγυρισμούς της Γιάννας Αγγελοπούλου. Ακόμη, τότε, το άναβε το τσιγάρο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, έκοψε το κάπνισμα και είχε μόνιμα στα χείλη ένα σβηστό. Για τη γεύση της νικοτίνης και για τη δύναμη της συνήθειας. Αντί για κομπολόι.

Ο Τάσος Παπαχρήστου βρισκόταν πάντοτε κοντά στους αρσιβαρίστες και στο άθλημα των πιο δυνατών. Γνώριζε όλα τα μυστικά τους, πολύ περισσότερα από όσα και οι ίδιοι θα ήθελαν.

Τέος σφαιροβόλος ο ίδιος, ήξερε καλά και τα κατατόπια του στίβου και -σύμφωνα με την Ολυμπιονίκη- ήταν από τους ελάχιστους που πίστευαν στο μετάλλιο της Βούλας Πατουλίδου το 1992.

Ο Τάσος ήταν φίλος των αθλητών και ήξερε, συνολικά, αθλητισμό. Και δημοσιογραφία.Αυτό δεν είναι συνηθισμένο, για Έλληνα αθλητικό συντάκτη. Ούτε αυτονόητο.

Ήταν ένας πραγματικός γίγαντας, στο κορμί και στην ψυχή. Ένας άγνωστος στο ευρύ κοινό τιτάνας της αθλητικής δημοσιογραφίας. Και ένας άνθρωπος από ατόφιο χρυσάφι, παρά την αγριωπή του όψη.

Αναχώρησε, χθες, πάρα πολύ νωρίς. Στα 63 του χρόνια, ταλαιπωρημένος από προβλήματα υγείας που τσάκισαν το θηριώδες κορμί του. Την καρδιά του δεν μπορούσε να την τσακίσει τίποτε.

Στο Σίντνεϊ ήμασταν σχεδόν συγκάτοικοι. Είχαμε διπλανά δωμάτια σε κάποιο λυόμενο του άβατου Δημοσιογραφικού Χωριού, με κοινό μπάνιο. Όταν κάποιος κλείδωνε την πόρτα του από τη μία μεριά, αυτή κλείδωνε αυτόματα και από την άλλη.

Εκείνος κοιμόταν βαριά τη νύχτα, εγώ καθόλου. Με κρατούσε ξάγρυπνο το βροντερό ροχαλητό του, αφού τα κρεβάτια ήταν κολλημένα στον ίδιο, σχεδόν χάρτινο, τοίχο. Δεν με πείραζε αυτό. Ο δημοσιογράφος δεν προλαβαίνει να κοιμηθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Τα βράδια, αργά, μοιραζόμασταν ιστορίες και εντυπώσεις από τα πεπραγμένα της ημέρας, στο κοινόχρηστο μπαλκόνι του κτιρίου. Ο Τάσος μετρούσε τα μετάλλια των φίλων του και χαμογελούσε σαρδόνια.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Πεκίνο, τον είδα να με περιμένει συννεφιασμένος στην Τελετή Έναρξης. «Έχουμε κρούσμα ντόπινγκ», μου εκμυστηρεύτηκε. Ρώτησα αν ήταν από την Εθνική μπάσκετ και εκείνος με καθησύχασε.

Ο αθλητής που πιάστηκε ήταν ο σπρίντερ Τάσος Γκούσης. «Γάμησέ τα», είπε ξανά ο φίλος μου. Πλέον, εργαζόταν στην ΕΟΕ, ήταν μέλος της αποστολής και κοιμόταν μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό, μαζί με τους αθλητές. Κάποιος άλλος θα έμεινε ξάγρυπνος εξαιτίας του.

Η αθλητική δημοσιογραφία έγινε χθες φτωχότερη και αυτό δεν αποτελεί κούφιο κλισέ. Πολύ φτωχότερη.

Κάπου ανάμεσα στις αποδημίες του Φίλιππου Συρίγου, του Γιάννη Ξενάκη, του Νίκου Αντωνιάδη, του Τάσου Παπαχρήστου και μερικών άλλων εκλεκτών συναδέλφων, αργοσβήνει ένα κύτταρο που ξεχώριζε τους καθαρούς δημοσιογράφους παλαιάς κοπής από τους ξεπουλημένους και από τους πειθήνιους.

Χάσαμε όχι μόνο έναν πολύτιμο φίλο, αλλά και ένα ζωντανό σύμβολο. Τον αγαπούσα πολύ, τον Τάσο. Και πίστευα ότι σήμερα θα ήμασταν μαζί στο Τόκιο, εγώ ψιλοάυπνος και εκείνος με ένα σβηστό τσιγάρο στα χείλη. . Θα ήταν η 11η Ολυμπιάδα του.

  • Στη φωτογραφία που δημοσιεύω παρακάτω, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίντνεϊ, ο Τάσος Παπαχρήστου είναι δεύτερος από δεξιά, ακριβώς δίπλα μου. Εκτός του Χρήστου Ιακώβου και του Γιάννη Σγουρού, διακρίνονται μεταξύ άλλων οι συνάδελφοι Γιάννης Λαμπίρης, Θοδωρής Νταβέλος, Λευθέρης Πλακίδας, Αντώνης Αντωνόπουλος και Δήμος Μπουλούκος.

Πηγή

Αφήστε ένα σχόλιο