Γενικά

Scope Ratings: “Πρώιμη και όχι καλή η ιδέα πανευρωπαϊκής bad bank”

Της Νένας Μαλλιάρα Οι συζητήσεις για δημιουργία πανευρωπαϊκής bad bank ή για ένα πρόγραμμα τύπου TARP, όπως αυτό που ανακοίνωσαν στην κρίση του 2008 οι ΗΠΑ για να αποτρέψουν κατάρρευση των τραπεζών εξαιτίας των “κόκκινων” δανείων, είναι πρόωρες και τελικά θα μπορούσαν να αποβούν εις βάρος των ευρωπαϊκών τραπεζών. Αυτό υποστηρίζει ο αντίλογος για το…


ΤηςΝένας Μαλλιάρα

Οι συζητήσεις για δημιουργία πανευρωπαϊκήςbadbankή για ένα πρόγραμμα τύπουTARP, όπως αυτό που ανακοίνωσαν στην κρίση του 2008 οι ΗΠΑ για να αποτρέψουν κατάρρευση των τραπεζών εξαιτίας των “κόκκινων” δανείων, είναι πρόωρες και τελικά θα μπορούσαν να αποβούν εις βάρος των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Αυτό υποστηρίζει ο αντίλογος για το ενδεχόμενο δημιουργίας πανευρωπαϊκήςbadbank, το οποίο έχει επαναφέρει η κρίση του κορονοϊού στο τραπέζι Φρανκφούρτης και Βρυξελλών, τρία χρόνια μετά την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, το 2017, η οποία είχε απορριφθεί.

Οι πρώτες αντιρρήσεις κατά της δημιουργίαςbadbankδιατυπώνονται σε έκθεση τηςScopeRatings, η οποία θεωρεί την “εθνικοποίηση” των “κόκκινων” δανείων των τραπεζών μέσω της δημιουργίας ευρωπαϊκήςbandbankσύνθετη και όχι τη βέλτιστη λύση για την αντιμετώπιση της επιδείνωσης των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών από την κρίση τουCovid-19. Η εκ των προτέρων σύστασηbadbank, πριν ακόμη φανεί ποια είναι η νέα τάση που θα αναδυθεί, λόγωCovid-19, στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών, θα ήταν ένα σύνθετο εγχείρημα, υποστηρίζει ο επικεφαλής ανάλυσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τηςScopeRatings,DierkBrandenburg. Ειδικά, όπως αναφέρει, καθώς τα δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης της Οικονομίας δεν έχουν δείξει ακόμη τον αντίκτυπό τους και δεν υπάρχουν εμπειρικά στοιχεία από το πώς οι πελάτες των τραπεζών θα ανταποκριθούν όταν μέτρα, όπως μορατόρια πληρωμών δανείων και κυβερνητικά δάνεια ή σχήματα εγγυοδοσίας, θα λήξουν και η εικόνα για τον απόηχο στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα γίνει πιο σαφής.

Καθώς μία, σε μεγάλη κλίμακα, εθνικοποίηση των “κόκκινων” δανείων, θα ερχόταν επιπλέον των σημαντικής έκτασης προγραμμάτων στήριξης που έχουν λάβει οι κυβερνήσεις για τη στήριξη των δανειοληπτών του ιδιωτικού τομέα στην κρίση τουCovid-19, ηbadbankθα αύξανε τον κίνδυνο να προστεθούν νέα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στα ήδη υφιστάμενα. Επομένως, υποστηρίζει ηScopeRatings, το πρόβλημα των κακών στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει να παραμείνει, όσο το δυνατόν περισσότερο, στα “χέρια” των επενδυτών του ιδιωτικού τομέα -εν προκειμένω για τις τράπεζες, μέσω τιτλοποιήσεωνNPLs-, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθούν οι ανακτήσεις μετά την κρίση.

ΗScopeRatingsεπικαλείται έγγραφο εργασίας της ΕΚΤ τον Απρίλιο, σχετικά με τη δυναμική των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά τη διάρκεια κρίσεων, όπου αναφέρεται πως, κατά μέσο όρο, η παραγωγήNPLsείναι χαμηλότερη σε κρίσεις όταν ήδη είναι αυξημένο το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε σχέση με όταν το ποσοστόNPLsείναι χαμηλό. Παράλληλα, στις κρίσεις που βρίσκουν τις οικονομίες με ήδη υψηλό ποσοστόNPLs, η παραγωγή νέωνNPLsείναι χαμηλότερη σε χώρες που έχουν “άλυτα” μη εξυπηρετούμενα δάνεια, σε σχέση με αυτές που τα έχουν επιλύσει. Όπως λέει, η οπτική της ΕΚΤ για τηbadbankείναι συνεπής με την διαπίστωση ότι τα αυξημένα και μη επιλυμέναNPLsσυνδέονται με τις πιο βαθιές υφέσεις. Επομένως, το να αντιμετωπίζονται άμεσα τα προβλήματα τωνNPLsκατά τη διάρκεια μιας κρίσης, είναι σημαντικό για την παραγωγή ανακτήσεων από “κόκκινα” δάνεια μετά την κρίση.

Καλύτερα οχυρωμένες οι τράπεζες

Ωστόσο, όπως εκτιμά η ScopeRatings, στην παρούσα κρίση, τα ισχυρά δημοσιονομικά, νομισματικά και κανονιστικά μέτρα που λήφθηκαν εγκαίρως και τα οποία συνδυάζονται με τους καλύτερους κεφαλαιακούς δείκτες των τραπεζών, θα βοηθήσουν στην αποφυγή σοβαρού πλήγματος στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Όπως επισημαίνει ο οίκος, από λειτουργική άποψη, τα νούμεραNPLsτων ευρωπαϊκών τραπεζών φαίνονται διαχειρίσιμα. Ο δείκτηςNPLτων ευρωπαϊκών τραπεζών υποχώρησε σε 2,7% στο τέλος του 2019, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο δείκτης υποχώρησε, παρά το ότι υποχώρησαν επίσης οι συνολικές χορηγήσεις και το ύψος των προκαταβολών δανείων. Επίσης, η κάλυψη των δανείων από προβλέψεις βελτιώθηκε (μέσος δείκτης κάλυψης στο 44,7%), ενώ τα στοιχεία από την εφαρμογή του λογιστικού προτύπουIFRS9 δείχνουν βελτίωση στην ποιότητα του ενεργητικού, επίσης. Την ίδια στιγμή, ο συνολικός δείκτηςCET1 για τα κεφάλαια των τραπεζών έχει φτάσει στο 14,8%.

Το ζητούμενο, όπως λέει ηScopeRatings, είναι πώς θα σχεδιαστεί η μελλοντική πορεία και τι θα συμβεί από δω και πέρα. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών αναμένει αύξηση των δεικτών αθέτησης πληρωμών δανείων και των αναγκών για σχηματισμό προβλέψεων από τις τράπεζες και ανησυχεί ότι η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών μπορεί να επηρεάσει τα υφιστάμενα δανειακά χαρτοφυλάκια και τις προσπάθειες των τραπεζών να διαχειριστούν ταNPLs. Σημειώνεται ότι οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες ανακοίνωσαν ήδη στα αποτελέσματα α΄ τριμήνου 2020, αύξηση του αποθέματος προβλέψεων άνω των 20 δις. δολ. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει οD.BrandenburgτηςScopeRatings, αν και οπωσδήποτε οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αυξήσουν τις προβλέψεις για επισφάλειες, μία αναλογική ανάγνωση με το τι συνέβη στις αμερικανικές τράπεζες, δεν είναι αξιόπιστη.

Όπως σημειώνει, οι ευρωπαϊκές κανονιστικές και εποπτικές Αρχές έχουν ασχοληθεί με το θέμα τωνNPLsπολύ νωρίτερα από την έλευση της κρίσης του κορονοϊού. Και η ανησυχία τους για τα “κόκκινα” δάνεια εξηγεί γιατί κινήθηκαν τόσο γρήγορα στην τρέχουσα κρίση, επιτρέποντας στις τράπεζες να λειτουργήσουν με δεδομένα χαμηλότερα των αρχικώς απαιτούμενων στην οδηγία του Πυλώνα ΙΙ, απελευθερώνοντας έτσι κεφάλαια (buffers) για τις τράπεζες, συστήνοντας στις τράπεζες να αναβάλουν τη διανομή μερισμάτων και επαναγορών μετοχών και χαλαρώνοντας τα κριτήρια εφαρμογής τουIFRS9.

Η ΕΚΤ εκτιμά ότι οι δράσεις αυτές θα βάλουν στην άκρη για τις τράπεζες κεφάλαια 172 δισ. ευρώ. Ακόμη και χωρίς την πρόσθετη αυτή διακράτηση κεφαλαίων, οι ευρωπαϊκές τράπεζες ήταν ήδη πολύ καλύτερα κεφαλαιοποιημένες, με λιγότερη έκθεση σε μόχλευση και με μεγαλύτερη ρευστότητα από κάθε άλλη φορά μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, επισημαίνει ηScopeRatings.

“Ένα πρώιμο δείγμα της συμπεριφοράς των δανειοληπτών μπορεί να εξαχθεί από την αύξηση στις γραμμές χρηματοδότησης των επιχειρήσεων σε προληπτική βάση (δηλ. για κάλυψη αναγκών ρευστότητας λόγω κρίσηςCovid-19). Αν και αυτό αφαιρεί από τα κεφάλαια των τραπεζών, εντούτοις δεν προμηνύει γραμμική αύξηση τωνNPLs. Το να “παρθούν” τα νέαNPLs(από τις τράπεζες) θα είχε ίσως νόημα αφού η κρίση θα έχει κορυφωθεί, ώστε να ξεκινήσει ξανά η πιστωτική επέκταση. Αλλά αυτό, θα μπορούσε να είναι 1-2 χρόνια μακριά”, λέει οD.Brandenburg.

“Αντίφαση” η πίεση στις τράπεζες για νέα δάνεια

Ο ίδιος επισημαίνει την “αντιφατική” πίεση που ασκείται στις τράπεζες ώστε να αυξήσουν τον νέο δανεισμό, ώστε να ελαφρύνουν οι επιπτώσεις τουCovid-19 στην οικονομία. Όπως σημειώνει, τα κίνητρα για την συνέχιση των δανειοδοτήσεων από τις τράπεζες θα προσθέσουν περισσότερο βάρος στην υπερχρέωση των επιχειρήσεων, σε μία συγκυρία που αυτές θα έχουν μικρότερη πιθανότητα να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους στις τράπεζες.

Η αποφασιστικότητα των ευρωπαϊκών Αρχών να ωθήσουν τις τράπεζες σε νέο δανεισμό για να στηρίξουν την οικονομία είναι εμφανής από το πρόγραμμαTLTROIIIπου δίνει, για το σκοπό αυτό, ρευστότητα με επιτόκιο στο – 0,75%. “Παρόλο που τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην ευρωζώνη, συνολικά δεν είναι συστημικά επικίνδυνα, εντούτοις το να πιέζεις τις τράπεζες να συνεχίσουν να δανείζουν σε περιβάλλον ύφεσης, θα ανατρέψει, με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας, την πολυετή καθοδική τάση τωνNPLs, ακόμη και αν αυτό φανεί με κάποια χρονική υστέρηση”.

ΗScopeRatingsεπισημαίνει ότι οι μόνες εξαιρέσεις στην εικόνα τωνNPLsστην ευρωζώνη είναι η Ελλάδα και η Κύπρος, καθώς και κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις τραπεζών. Όπως καταλήγει, προληπτικές κινήσεις της ΕΚΤ (υπονοεί τις σκέψεις γιαbadbank) που θα οδηγούσαν σε αύξηση των φόβων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κατά μήκος της ευρωζώνης, θα εξομοίωναν όλες τις χώρες.

Πηγή